die Konkurrenz
Pronunciation
/ˌkɔnkʊˈʀɛnʦ/

Ορισμός και σημασία του "konkurrenz"στα γερμανικά

Die Konkurrenz
[gender: feminine]
01

ανταγωνισμός, συναγωνισμός

Wettbewerb zwischen Personen oder Firmen
die Konkurrenz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Konkurrenz
πληθυντικός τύπος
Konkurrenzen
Παραδείγματα
Die Konkurrenz zwischen den Spielern ist groß.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ των παικτών είναι μεγάλος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store