Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Konkurrenz
[gender: feminine]
01
ανταγωνισμός, συναγωνισμός
Wettbewerb zwischen Personen oder Firmen
Παραδείγματα
Die Konkurrenz zwischen den Spielern ist groß.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ των παικτών είναι μεγάλος.


























