Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Konfession
[gender: feminine]
01
ομολογία, δόγμα
Eine religiöse Glaubensrichtung oder Gemeinschaft
Παραδείγματα
Die Konfession kann das Leben und die Kultur beeinflussen.
Η ομολογία μπορεί να επηρεάσει τη ζωή και τον πολιτισμό.


























