Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Komödie
[gender: feminine]
01
κωμωδία, αστείο φιλμ ή θεατρικό έργο
Lustiger Film oder Theaterstück mit happy end
Παραδείγματα
Er spielt die Hauptrolle in der neuen Komödie.
Εκτελεί τον κύριο ρόλο στη νέα κωμωδία.


























