Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Komponist
01
συνθέτης, συνθέτρια
Eine Person, die Musikstücke schreibt und komponiert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Komponisten
πληθυντικός τύπος
Komponisten
Παραδείγματα
Der Komponist verbringt viel Zeit damit, Melodien zu entwickeln.
Ο συνθέτης ξοδεύει πολύ χρόνο στην ανάπτυξη μελωδιών.



























