Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
komponieren
[past form: komponierte]
01
συνθέτω, δημιουργώ μουσική
Musikstücke kreativ erschaffen
Παραδείγματα
Er lernt, wie man am Klavier komponiert.
Μαθαίνει πώς να συνθέτει στο πιάνο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
συνθέτω, δημιουργώ μουσική