Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
komponieren
01
συνθέτω, δημιουργώ μουσική
Musikstücke kreativ erschaffen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
komponiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
komponiert
ενεστώτα μετοχή
komponierend
απλός αόριστος
komponierte
παθητική μετοχή
komponiert
Παραδείγματα
Beethoven komponierte seine 9. Sinfonie trotz Taubheit.
Ο Μπετόβεν συνέθεσε την 9η Συμφωνία του παρά την κώφωση.



























