kompliziert
Pronunciation
/kɔmpliˈʦiːɐ̯t/

Ορισμός και σημασία του "kompliziert"στα γερμανικά

kompliziert
01

περίπλοκος, πολύπλοκος

Mit vielen zusammenhängenden Teilen oder Aspekten
kompliziert definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am kompliziertesten
συγκριτικός βαθμός
komplizierter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Anleitung ist zu kompliziert formuliert.
Οι οδηγίες είναι διατυπωμένες πολύ περίπλοκα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store