Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kompliziert
01
περίπλοκος, πολύπλοκος
Mit vielen zusammenhängenden Teilen oder Aspekten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am kompliziertesten
συγκριτικός βαθμός
komplizierter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Anleitung ist zu kompliziert formuliert.
Οι οδηγίες είναι διατυπωμένες πολύ περίπλοκα.



























