Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Komplexität
01
πολυπλοκότητα, περίπλοκη φύση
Der Zustand, aus vielen vernetzten Teilen oder Aspekten zu bestehen, die schwer zu verstehen oder zu lösen sind
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Komplexität
Παραδείγματα
Moderne Technologien erhöhen die Komplexität unserer Welt.
Οι σύγχρονες τεχνολογίες αυξάνουν την πολυπλοκότητα του κόσμου μας.



























