Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Kompetenz
01
ικανότητα
Die Fähigkeit, Wissen und Fertigkeiten in einem bestimmten Bereich erfolgreich anzuwenden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
kompetenz
πληθυντικός τύπος
kompetenzen
Παραδείγματα
Ärztliche Kompetenz erfordert ständige Weiterbildung.
Η ιατρική ικανότητα απαιτεί συνεχή εκπαίδευση.



























