der kommissar
ko
κο
mmi
μι
ssar
ˈsa:ɐ
σα

Ορισμός και σημασία του "kommissar"στα γερμανικά

01

αστυνομικός επιθεωρητής, επιθεωρητής

Ein Polizeibeamter, der Ermittlungen leitet 
der Kommissar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kommissare
αρσενικό ενικό
Kommissar
θηλυκό ενικό
Kommissarin
neutral form
Polizeibeamter
γενική πτώση
Kommissars
Παραδείγματα
Der Kommissar untersucht den Fall. 

Ο επίτροπος ερευνά την υπόθεση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store