der komiker
komiker
ko:mɪkɐ
komik

Ορισμός και σημασία του "komiker"στα γερμανικά

01

κωμικός, χιουμορίστας

Ein Künstler, der durch Witze, Mimik oder Slapstick Menschen zum Lachen bringt 
der Komiker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Komiker
αρσενικό ενικό
Komiker
θηλυκό ενικό
Komikerin
neutral form
Komiker:in
γενική πτώση
Komikers
Παραδείγματα
Der Komiker erzählte einen Witz über das Reisen. 

Ο κωμικός είπε ένα αστείο για τα ταξίδια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store