Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Kolumne
01
στήλη, συνεργασία
Eine regelmäßig erscheinende, oft meinungsbetonte Rubrik in Zeitungen, Zeitschriften oder Online-Medien, meist von einer bekannten Persönlichkeit verfasst
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Kolumne
πληθυντικός τύπος
Kolumnen
Παραδείγματα
Jeden Sonntag erscheint ihre Kolumne in der "FAZ".
Στήλη εμφανίζεται κάθε Κυριακή στην « FAZ ».



























