Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kollektivistisch
01
συλλογικιστικός, κοινοτικός
Auf die Gemeinschaft ausgerichtet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Firma verfolgt ein kollektivistisches Führungsmodell.
Η εταιρεία ακολουθεί ένα συλλογιστικό μοντέλο ηγεσίας.



























