Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kollektivistisch
01
συλλογικιστικός, κοινοτικός
Auf die Gemeinschaft ausgerichtet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
In kollektivistischen Kulturen steht die Gruppe im Vordergrund.
Στις συλλογιστικές κουλτούρες, η ομάδα βρίσκεται στο προσκήνιο.



























