kollektivistisch
ko
kaw
llek
lɛk
lek
ti
ti
ti
vis
ˈvɪs
vis
tisch
tɪʃ
tish

Ορισμός και σημασία του "kollektivistisch"στα γερμανικά

kollektivistisch
01

συλλογικιστικός, κοινοτικός

Auf die Gemeinschaft ausgerichtet 
kollektivistisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Gesellschaft, Kultur, Philosophie
Παραδείγματα
In kollektivistischen Kulturen steht die Gruppe im Vordergrund. 

Στις συλλογιστικές κουλτούρες, η ομάδα βρίσκεται στο προσκήνιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store