der kollege
ko
kaw
lle
ˈle:
le
ge

Ορισμός και σημασία του "kollege"στα γερμανικά

01

συνάδελφος, συνεργάτης

Eine Person, mit der man zusammenarbeitet 
der Kollege definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kollegen
αρσενικό ενικό
Kollege
θηλυκό ενικό
Kollegin
neutral form
Kollegium
γενική πτώση
Kollegen
Παραδείγματα
Mein Kollege hilft mir bei der Arbeit. 

Ο συνάδελφός μου με βοηθά στη δουλειά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store