Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kollege
[female form: Kollegin][gender: masculine]
01
συνάδελφος, συνεργάτης
Eine Person, mit der man zusammenarbeitet
Παραδείγματα
Die Kollegen sind nett.
Οι συνάδελφοι είναι ευγενικοί.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
συνάδελφος, συνεργάτης