Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
knifflig
01
περίπλοκος, δύσκολος
Schwierig oder kompliziert, sodass es viel Überlegung oder Geschick braucht
Παραδείγματα
Das Rätsel ist knifflig, aber lösbar.
Το αίνιγμα είναι δύσκολο, αλλά επιλύσιμο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
περίπλοκος, δύσκολος