knifflig
kniff
ˈknɪf
knif
lig
lɪk
lik

Ορισμός και σημασία του "knifflig"στα γερμανικά

01

περίπλοκος, δύσκολος

Schwierig oder kompliziert, sodass es viel Überlegung oder Geschick braucht 
knifflig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am kniffligsten
συγκριτικός βαθμός
kniffliger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Aufgabe war ziemlich knifflig. 

Η εργασία ήταν αρκετά δύσκολη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store