die kneipe
kneipe
knaɪ̯pə
knaipē

Ορισμός και σημασία του "kneipe"στα γερμανικά

01

ταβέρνα, μπαρ

Ein gemütliches Lokal, wo Alkohol ausgeschenkt und Zeit verbracht wird 
die Kneipe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Kneipen
γενική πτώση
Kneipe
Παραδείγματα
Wir gehen heute Abend in die Kneipe. 

Πηγαίνουμε απόψε στο παμπ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store