der knast
knast
knast
knast
rastgastpalastfast

Ορισμός και σημασία του "knast"στα γερμανικά

01

φυλακή, δεσμωτήριο

Ort, wo Straftäter eingesperrt werden 
der Knast definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Knäste
γενική πτώση
Knast(e)s
Παραδείγματα
Er sitzt seit zwei Jahren im Knast. 

Κάθεται στην φυλακή εδώ και δύο χρόνια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store