Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
klären
[past form: klärte]
01
διευκρινίζω, ξεκαθαρίζω
Ein Problem lösen oder eine Situation aufklären
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kläre
γ΄ ενικό πρόσωπο
klärt
ενεστώτα μετοχή
klärend
απλός αόριστος
klärte
παθητική μετοχή
geklärt
Παραδείγματα
Wir müssen das Missverständnis klären.
Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε την παρεξήγηση.



























