klären
Pronunciation
/ˈklɛːɐ̯n/

Ορισμός και σημασία του "klären"στα γερμανικά

klären
[past form: klärte]
01

διευκρινίζω, ξεκαθαρίζω

Ein Problem lösen oder eine Situation aufklären
klären definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kläre
γ΄ ενικό πρόσωπο
klärt
ενεστώτα μετοχή
klärend
απλός αόριστος
klärte
παθητική μετοχή
geklärt
Παραδείγματα
Wir müssen das Missverständnis klären.
Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε την παρεξήγηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store