Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
klingen
[past form: klang]
01
ηχώ, αντηχώ
Ein bestimmtes Geräusch machen oder so klingen, dass man es hört
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klinge
γ΄ ενικό πρόσωπο
klingt
ενεστώτα μετοχή
klingend
απλός αόριστος
klang
παθητική μετοχή
geklungen
Παραδείγματα
Das Lied klingt sehr fröhlich.
Το τραγούδι ακούγεται πολύ χαρούμενο.
02
ακούγομαι, φαίνομαι
So wirken oder erscheinen, als ob etwas auf eine bestimmte Weise ist
Παραδείγματα
Das klingt nach einer guten Idee.
Αυτό ακούγεται σαν μια καλή ιδέα.



























