klicken
Pronunciation
/ˈklɪkn̩/

Ορισμός και σημασία του "klicken"στα γερμανικά

klicken
[past form: klickte]
01

κλικ, πατώ

Mit der Maus auf etwas drücken
klicken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klicke
γ΄ ενικό πρόσωπο
klickt
ενεστώτα μετοχή
klickend
απλός αόριστος
klickte
παθητική μετοχή
geklickt
Παραδείγματα
Nach dem Klicken öffnet sich ein neues Fenster.
Μετά το κλικ, ανοίγει ένα νέο παράθυρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store