Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
klicken
[past form: klickte]
01
κλικ, πατώ
Mit der Maus auf etwas drücken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klicke
γ΄ ενικό πρόσωπο
klickt
ενεστώτα μετοχή
klickend
απλός αόριστος
klickte
παθητική μετοχή
geklickt
Παραδείγματα
Nach dem Klicken öffnet sich ein neues Fenster.
Μετά το κλικ, ανοίγει ένα νέο παράθυρο.



























