Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
klettern
01
σκαρφαλώνω, ανεβαίνω
Sich mit Händen und Füßen an etwas hochbewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
klettere
γ΄ ενικό πρόσωπο
klettert
ενεστώτα μετοχή
kletternd
απλός αόριστος
kletterte
παθητική μετοχή
geklettert
Παραδείγματα
Sie klettert sehr geschickt.
Ανέβει πολύ επιδέξια.



























