Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kleiderschrank
01
ντόλαπος, γκαρνταρόμπα
Ein Möbelstück mit Türen und Fächern, in dem Kleidung aufgehängt oder gelegt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kleiderschränke
γενική πτώση
Kleiderschrank(e)s
Παραδείγματα
Der Kleiderschrank steht im Schlafzimmer neben dem Bett.
Η ντουλάπα βρίσκεται στο υπνοδωμάτιο δίπλα στο κρεβάτι.
LanGeek



























