das kleid
kleid
klaɪt
klait

Ορισμός και σημασία του "kleid"στα γερμανικά

01

φόρεμα, ρούχο

Das einteilige Kleidungsstück für Frauen 
das Kleid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Kleider
γενική πτώση
Kleid(e)s
Παραδείγματα
Sie trägt ein rotes Kleid. 

Φοράει ένα κόκκινο φόρεμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store