Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kleben
01
κολλώ, κολλώ
Etwas mit einem klebrigen Stoff an einer Oberfläche befestigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klebe
γ΄ ενικό πρόσωπο
klebt
ενεστώτα μετοχή
klebend
απλός αόριστος
klebte
παθητική μετοχή
geklebt
Παραδείγματα
Kannst du dieses Poster an die Wand kleben?
Μπορείς να κολλήσεις αυτή την αφίσα στον τοίχο ;



























