kleben
Pronunciation
/ˈkleːbən/

Ορισμός και σημασία του "kleben"στα γερμανικά

kleben
01

κολλώ, κολλώ

Etwas mit einem klebrigen Stoff an einer Oberfläche befestigen
kleben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klebe
γ΄ ενικό πρόσωπο
klebt
ενεστώτα μετοχή
klebend
απλός αόριστος
klebte
παθητική μετοχή
geklebt
Παραδείγματα
Kannst du dieses Poster an die Wand kleben?
Μπορείς να κολλήσεις αυτή την αφίσα στον τοίχο ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store