kleben
kleben
kle:bm
klebm

Ορισμός και σημασία του "kleben"στα γερμανικά

kleben
01

κολλώ, κολλώ

Etwas mit einem klebrigen Stoff an einer Oberfläche befestigen 
kleben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klebe
γ΄ ενικό πρόσωπο
klebt
ενεστώτα μετοχή
klebend
απλός αόριστος
klebte
παθητική μετοχή
geklebt
Παραδείγματα
Ich klebe die Briefmarke auf den Umschlag. 

Εγώ κολλάω το γραμματόσημο στον φάκελο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store