klar
klar
kla:ɐ
kla

Ορισμός και σημασία του "klar"στα γερμανικά

01

σαφής, κατανοητός

Leicht zu verstehen 
klar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am klarsten
συγκριτικός βαθμός
klarer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Verständnis, Kommunikation, Sprache
Παραδείγματα
Er gab eine klare Antwort. 

Έδωσε μια σαφή απάντηση.

01

φυσικά, βεβαίως

Wird verwendet, um Zustimmung oder etwas Offensichtliches auszudrücken 
klar definition and meaning
Παραδείγματα
"Kommst du mit?" "Klar!" 

« Έρχεσαι; » « Βέβαια ! »

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store