klar
Pronunciation
/klaː(ɐ̯)/

Ορισμός και σημασία του "klar"στα γερμανικά

01

σαφής, κατανοητός

Leicht zu verstehen
klar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am klarsten
συγκριτικός βαθμός
klarer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Mach bitte deine Meinung klar.
Παρακαλώ κάντε τη γνώμη σας σαφή.
01

φυσικά, βεβαίως

Wird verwendet, um Zustimmung oder etwas Offensichtliches auszudrücken
klar definition and meaning
Παραδείγματα
Klar habe ich Angst!
Φυσικά φοβάμαι !
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store