die klage
kla
ˈkla:
kla
ge
klareklaue

Ορισμός και σημασία του "klage"στα γερμανικά

01

αγωγή, καταγγελία

Eine offizielle Beschwerde bei Gericht, um ein Recht durchzusetzen oder Schadenersatz zu fordern 
die Klage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
klage
πληθυντικός τύπος
klagen
Παραδείγματα
Die Klage wurde beim Gericht eingereicht. 

Η αγωγή υποβλήθηκε στο δικαστήριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store