Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kiefer
[gender: masculine]
01
σαγόνι, γνάθος
Der Knochen, der den Mund bildet und die Zähne hält
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Kiefers
πληθυντικός τύπος
Kiefer
Παραδείγματα
Ein Schlag auf den Kiefer kann sehr schmerzhaft sein.
Ένα χτύπημα στο σαγόνι μπορεί να είναι πολύ οδυνηρό.
02
πεύκο, πεύκο δάσος
ein immergrüner Nadelbaum mit langen Nadeln und Zapfen
Παραδείγματα
Aus Kiefernholz werden Möbel hergestellt.
Τα έπιπλα κατασκευάζονται από πεύκο.



























