Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Kenntnis
01
γνώση, επίγνωση
Wissen oder Informationen über etwas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Kenntnisse
γενική πτώση
Kenntnis
Παραδείγματα
Er hat gute Kenntnisse in Mathematik.
Έχει καλές γνώσεις στα μαθηματικά.
LanGeek



























