die kenntnis
kennt
ˈkɛnt
κεντ
nis
nɪs
νισ

Ορισμός και σημασία του "kenntnis"στα γερμανικά

01

γνώση, επίγνωση

Wissen oder Informationen über etwas 
die Kenntnis definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Kenntnisse
γενική πτώση
Kenntnis
Παραδείγματα
Er hat gute Kenntnisse in Mathematik. 

Έχει καλές γνώσεις στα μαθηματικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store