der keks
keks
ke:ks
keks

Ορισμός και σημασία του "keks"στα γερμανικά

01

μπισκότο, κουλουράκι

ein kleines, gebackenes Gebäck aus Mehl, Zucker, Fett und weiteren Zutaten 
der Keks definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kekse
γενική πτώση
Kekses
Παραδείγματα
Möchtest du einen Keks zum Kaffee? 

Θέλεις ένα μπισκότο με τον καφέ σου;

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store