der kaufmann
kaufmann
kaʊfman
kawfman

Ορισμός και σημασία του "kaufmann"στα γερμανικά

01

έμπορος, εμπορικός

Ein Mann, der mit Waren oder Dienstleistungen handelt 
der Kaufmann definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Kaufmann(e)s
πληθυντικός τύπος
Kaufmänner
Παραδείγματα
Der Kaufmann verkauft hochwertige Produkte. 

Ο έμπορος πουλά προϊόντα υψηλής ποιότητας.

Λεξικό Δέντρο

kaufmann

kauf

+

mann

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store