Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kater
[gender: masculine]
01
αρσενική γάτα, γάτος
ein männliches erwachsenes Tier der Katze
Παραδείγματα
ein schwarzer Kater
Η γάτα μας είναι πολύ παιχνιδιάρης.
02
πονοκέφαλος, πονοκέφαλος
Der unangenehme körperliche Zustand nach übermäßigem Alkoholkonsum
Παραδείγματα
Hast du auch so einen Kater von gestern Abend?
Έχεις κι εσύ τέτοιο πονοκέφαλο από το ποτό από χθες το βράδυ ;


























