Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kauf
01
αγορά, προμήθεια
Der Vorgang, etwas zu kaufen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Kauf(e)s
πληθυντικός τύπος
Käufe
Παραδείγματα
Nach dem Kauf bekommt man eine Rechnung.
Μετά την αγορά, λαμβάνεται ένα τιμολόγιο.



























