Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Katalog
01
κατάλογος, επετηρίδα
Ein gedrucktes oder digitales Verzeichnis von Produkten, Büchern oder Angeboten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Katalog(e)s
πληθυντικός τύπος
Kataloge
Παραδείγματα
Ich habe einen Katalog mit Möbeln bestellt.
Παραγγείλα ένα κατάλογο έπιπλα.



























