Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kasten
[gender: masculine]
01
κουτί, κιβώτιο
Ein Behälter aus Holz, Plastik oder Metall, oft mit Deckel, zum Aufbewahren oder Transportieren von Gegenständen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Kastens
πληθυντικός τύπος
Kästen
Παραδείγματα
Hol mir bitte den Kasten mit den Büchern!
Παρακαλώ, φέρε μου το κιβώτιο με τα βιβλία!



























