Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Karte
[gender: feminine]
01
κάρτα, ταχυδρομική κάρτα
Eine Postkarte zum Verschicken
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Karte
πληθυντικός τύπος
Karten
Παραδείγματα
Die Karte liegt im Briefkasten.
Η κάρτα βρίσκεται στο γραμματοκιβώτιο.
02
μενού, κάρτα
Das Menü im Restaurant
Παραδείγματα
Die neue Karte gefällt mir besser.
Το νέο μενού μου αρέσει περισσότερο.
03
εισιτήριο, κάρτα
Ein Ticket für Zug oder Kino
Παραδείγματα
Die Karte kostet 10 Euro.
Η κάρτα κοστίζει 10 ευρώ.
04
τραπουλόχαρτο, χαρτί
Spielkarte aus einem Kartenspiel
Παραδείγματα
Ich habe keine passende Karte.
Δεν έχω κατάλληλη κάρτα.
05
χάρτης, σχέδιο
Grafische Darstellung von geografischen Orten
Παραδείγματα
Wir brauchen eine bessere Karte.
Χρειαζόμαστε έναν καλύτερο χάρτη.



























