kaputt
ka
ka
ka
putt
ˈpʊt
poot

Ορισμός και σημασία του "kaputt"στα γερμανικά

01

σπασμένος, μη λειτουργικός

Nicht mehr funktionsfähig 
kaputt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
kaputtest-
συγκριτικός βαθμός
kaputter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Zustand, Objekte, Funktionalität
Παραδείγματα
Mein Laptop ist kaputt! 

Το λάπτοπ μου είναι kaputt !

02

εξαντλημένος, κουρασμένος

Sehr müde 
kaputt definition and meaning
Παραδείγματα
Nach der Arbeit bin ich immer kaputt. 

Μετά τη δουλειά, είμαι πάντα ξεμεινασμένος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store