Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kandidat
01
υποψήφιος, υποψήφιος
Eine Person, die für eine Stelle, Wahl oder Position vorgeschlagen oder angemeldet is
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kandidaten
αρσενικό ενικό
Kandidat
θηλυκό ενικό
Kandidatin
neutral form
Bewerber
γενική πτώση
Kandidaten
Παραδείγματα
Der Kandidat bereitet sich auf das Vorstellungsgespräch vor.
Ο υποψήφιος προετοιμάζεται για τη συνέντευξη εργασίας.
LanGeek



























