Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Kanne
[gender: feminine]
01
κανάτα, τσαγιέρα
Ein Gefäß mit Griff zum Ausgießen von Getränken
Παραδείγματα
Er stellt die Kanne auf den Tisch.
Τοποθετεί την κανάτα στο τραπέζι.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κανάτα, τσαγιέρα