die Kanne
Pronunciation
/ˈkanə/

Ορισμός και σημασία του "kanne"στα γερμανικά

Die Kanne
[gender: feminine]
01

κανάτα, τσαγιέρα

Ein Gefäß mit Griff zum Ausgießen von Getränken
die Kanne definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Kanne
πληθυντικός τύπος
Kannen
Παραδείγματα
Er stellt die Kanne auf den Tisch.
Τοποθετεί την κανάτα στο τραπέζι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store