Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kanal
01
κανάλι, τηλεοπτικό κανάλι
Ein Fernsehsender, über den Programme ausgestrahlt werden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Kanal(e)s
πληθυντικός τύπος
Kanäle
Παραδείγματα
Ich schaue den Kanal 3 am Abend.
Παρακολουθώ το κανάλι 3 το βράδυ.
02
κανάλι, υδάτινη οδός
Ein künstlicher oder natürlicher Wasserweg
Παραδείγματα
Das Schiff fährt durch den Kanal.
Το πλοίο πλέει μέσα από το κανάλι.



























