Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kaltblütig
01
ψυχρόαιμος, ατάραχος
In gefährlichen Situationen ruhig und beherrscht
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am kaltblütigsten
συγκριτικός βαθμός
kaltblütiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Auch im Chaos blieb sie kaltblütig und konzentriert.
Ακόμα και στο χάος, παρέμεινε ψυχρή και συγκεντρωμένη.



























