Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Jugendherberge
[gender: feminine]
01
πανδοχείο νέων, οικονομική διαμονή για νέους
Ein einfaches und günstiges Unterkunftsgebäude, besonders für junge Reisende
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Jugendherberg
πληθυντικός τύπος
Jugendherbergen
Παραδείγματα
Die Jugendherberge ist sauber und freundlich.
Το ξενώνας νεότητας είναι καθαρός και φιλικός.



























