Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Jugend
[gender: feminine]
01
νεότητα, εφηβεία
Die Lebensphase zwischen Kindheit und Erwachsenenalter
Παραδείγματα
Die Musik ihrer Jugend begleitet sie ein Leben lang.
Η μουσική της νεότητας τη συνοδεύει όλη τη ζωή.


























