die Jugend
Pronunciation
/ˈjuːɡənt/

Ορισμός και σημασία του "jugend"στα γερμανικά

01

νεότητα, εφηβεία

Die Lebensphase zwischen Kindheit und Erwachsenenalter
die Jugend definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Jugend
Παραδείγματα
Die Musik ihrer Jugend begleitet sie ein Leben lang.
Η μουσική της νεότητας τη συνοδεύει όλη τη ζωή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store