das judo
ju
ˈju:
γου
do
do
ντο
jude

Ορισμός και σημασία του "judo"στα γερμανικά

01

τζούντο, τζούντο

Ein Kampfsport aus Japan, bei dem man den Gegner wirft oder am Boden hält 
das Judo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Judo
Παραδείγματα
Er macht seit fünf Jahren Judo. 

Κάνει τζούντο εδώ και πέντε χρόνια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store