Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Irritation
01
ενόχληση, σύγχυση
Ein Zustand der Verwirrung, Verunsicherung oder des Befremden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Irritation
πληθυντικός τύπος
Irritationen
Παραδείγματα
Seine unerwartete Frage sorgte für große Irritation.
Η απροσδόκητη ερώτησή του προκάλεσε μεγάλη ενόχληση.
02
ενόχληση, εκνευρισμός
Leichte Erregung oder Ärger, oft durch wiederholte Störungen ausgelöst
Παραδείγματα
Das ständige Summen des Computers verursachte Irritation.
Το συνεχές βουητό του υπολογιστή προκάλεσε ενόχληση.
Λεξικό Δέντρο
irritation
irritate



























