irrelevant
Pronunciation
/ˈɪʀɛləˌvant/

Ορισμός και σημασία του "irrelevant"στα γερμανικά

irrelevant
01

άσχετος, εκτός θέματος

Nicht wichtig oder nicht passend zum Thema
irrelevant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am irrelevantesten
συγκριτικός βαθμός
irrelevanter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Seine Antwort war irrelevant zur gestellten Frage.
Η απάντησή του ήταν άσχετη με την ερώτηση που τέθηκε.

Λεξικό Δέντρο

irrelevant
relevant
relev
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store