Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interpretieren
01
ερμηνεύω, εξηγώ
Etwas erklären, deuten oder in einen Kontext einordnen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
interpretiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
interpretiert
ενεστώτα μετοχή
interpretierend
απλός αόριστος
interpretierte
παθητική μετοχή
interpretiert
Παραδείγματα
Sie interpretiert das Lied auf ganz eigene Weise.
Αυτή ερμηνεύει το τραγούδι με τον δικό της τρόπο.
LanGeek



























