intensiv
Pronunciation
/ɪntɛnˈziːf/

Ορισμός και σημασία του "intensiv"στα γερμανικά

01

έντονα, με ένταση

Auf eine sehr starke, konzentrierte Weise
intensiv definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Die Diskussion wurde intensiv geführt.
Η συζήτηση διεξήχθη έντονα.
01

έντονος, εντατικός

Stark, gründlich oder sehr konzentriert
intensiv definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am intensivsten
συγκριτικός βαθμός
intensiver
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die intensive Behandlung hilft vielen Patienten.
Η εντατική θεραπεία βοηθά πολλούς ασθενείς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store