der intellekt
in
ˌɪn
in
te
te
llekt
ˈlɛkt
lekt
architektprospektperfektrespekt

Ορισμός και σημασία του "intellekt"στα γερμανικά

01

νοημοσύνη, διανοητική ικανότητα

Die Fähigkeit des Menschen, rational zu denken, zu analysieren und Schlussfolgerungen zu ziehen 
der Intellekt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Intellekte
γενική πτώση
Intellekt(e)s
Παραδείγματα
Sein scharfer Intellekt beeindruckt alle Kollegen. 

Η οξεία νοημοσύνη του εντυπωσιάζει όλους τους συναδέλφους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store