Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Intellekt
01
νοημοσύνη, διανοητική ικανότητα
Die Fähigkeit des Menschen, rational zu denken, zu analysieren und Schlussfolgerungen zu ziehen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Intellekt(e)s
πληθυντικός τύπος
Intellekte
Παραδείγματα
Sein scharfer Intellekt beeindruckt alle Kollegen.
Η οξεία νοημοσύνη του εντυπωσιάζει όλους τους συναδέλφους.



























